Présentation de Mme Réa Pournaras au COE le 4.12.2014

 

Présentations transmises par l'auteur et publiées avec son autorisation

4. Παρουσίαση του Βιβλίου του Πατριάρχου «Συνάντηση με το Μυστήριο»
 Kα. Ρέα Ξενιάδου Πουρνάρα

 

 4. Présentation du livre de Sa Sainteté Bartholomée I "A la rencontre du Mystère"
par Mme Rea Xéniadès Pournaras


 

 AGCOS - Παρουσίαση του Βιβλίου του Πατριάρχου «Συνάντηση με το Μυστήριο»
κα. Ρέα Ξενιάδου Πουρνάρα 

           Παναγιώτατε Πάτερ και Δέσποτα,

           Σεβασμιώτατε άγιε Ελβετίας

           Σεβασμιώτατε άγιε Περγάμου

           Σεβασμιώτατε άγιε Τελμησσού

           Θεοφιλέστατε άγιε Λαμψάκου

           Σεβαστοί πατέρες

           Εξοχότατοι εκπρόσωποι της Ελληνικής Δημοκρατίας

 

       Αγαπητά μέλη και αγαπητοί φίλοι του νέου Συλλόγου μας στην  Ελβετία

 

 Δεν είμαι θεολόγος, δεν είμαι ιστορικός, δεν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι καθηγήτρια. Είμαι γεννημένη κ μεγαλωμένη στην Πόλη, έχω ακόμη το σπίτι μου εκεί, την επισκέπτομαι συχνά λόγω της οικογένειας μου, είμαι δεμένη με τον τόπο μου κ το Πατριαρχείο μας, όπως όλοι οι Πολίτες. Θα ήθελα λοιπόν να δείτε την παρουσίαση μου στη σημερινή σπουδαία μέρα μέσα σε αυτό το πλαίσιο.

 

Je ne suis pas ni théologien, ni historien, ni phililogue, ni professeur. Je suis née et j’ai  grandi à Constantinople, j’ai encore ma maison là bas, j’y vais souvent à cause de ma famille, je me suis très attachée à ma ville natale et au Patriarcat comme tous les Constantinopolitains. Je vous prie de voir ma présentation dans ce contexte ce jour important.

 

Το εγκόλπιο ημερολόγιο  του Οικουμενικού Πατριαρχείου, μια μικρή εγκυκλοπαίδεια,  που εκδίδεται ανελλειπώς από την αρχή της τρίτης μετά Χριστόν χιλιετίας ξεκινάει με ένα ποίημα " Τί εστί Πατριάρχης" από το νομοθετικό έργο 'Επαναγωγή' δύο Βυζαντινών αυτοκρατόρων του 9ου αιώνα, του Βασιλείου Α' και του υιού του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού, της Μακεδονικής Δυναστείας.  Σας το μεταφέρω σε ελεύθερη μετάφραση :

                                    " Ο Πατριάρχης είναι

                        εικόνα ζωντανή Χριστού και έμψυχη,

                                      δι'έργων και λόγων

                          χαρακτηρίζουσα την αλήθειαν.

                                         Εις αυτόν έγκειται

                       η σωτηρία των απίστων και αιρετικών ψυχών

                                     και το υπέρ της αληθείας

                           και της διεκδικήσεως των δογμάτων

                                     λαλείν ενώπιον βασιλέως

                                       και ουκ αισχύνεσθαι".

 

Ένας τέτοιος πατριάρχης έμελλε να γεννηθεί στις 29 Φεβρουαρίου 1940 στο χωριό  Άγιοι Θεόδωροι της νήσου Ίμβρου, στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου Πελάγους. Από γονείς απλούς του χωριού, τον Χρήστο Αρχοντώνη, ιδιοκτήτη του ενός από τα πέντε καφενεία του χωριού και την Μερόπη το γένος Σκαρλάτου, ο Δημήτριος, το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας, μεγαλώνει με χριστιανικές αρχές. Χαίρεται τις χαρές του χωριού, τις συντροφιές του καφενείου και αγαπάει τα γράμματα. Είναι αυτά τα μοναδικά προσόντα που μαζί με τις σπουδές, την ασυνήθη εργατικότητα,  τον απαράμιλλο ζήλο του προς την Μητέρα Εκκλησία και την αγόγγιστη πορεία του από τα πρώτα σκαλοπάτια της ιερωσύνης του,  θα τον αξιώσουν να γίνει, ο 270ς Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης, 23 χρόνια πριν, στις 22 Οκτωβρίου 1991.

 

Η Ίμβρος και η οικογένεια του έπλασαν την ψυχή του, οι σπουδές  τον χάρισαν το βάθος και τα ταξίδια το εύρος του χαρακτήρα του.  Αυτά μαζί έκαναν αυτό που είναι : ο άνθρωπος που ζει, κινείται και αναπνέει γιά την εκκλησία του Χριστού, που οραματίζεται και αγωνίζεται γιά την ειρήνη του σύμπαντος κόσμου, που έχει το χάρισμα της φιλίας, που χτίζει γέφυρες, που ανοίγει θύρες, που επιμένει στην αξία του ανθρωπίνου προσώπου, που εμμένει στην κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσιν με το Θεό πλάση του ανθρώπου, η οποία ουδέποτε θα αποτιμηθεί ως κάτι λιγότερο από μυστήριο.

 

Αυτό το Μυστήριο της Συναντήσεως με την Ορθόδοξο πίστη, τις διαστάσεις της αποστολής και του οράματος του, ο Πατριάρχης παίρνει την πρωτοβουλία να προσφέρει στον αναγνώστη με το παρουσιαζόμενο απόψε βιβλίο του. Να φέρει σε διάλογο την Ορθοδοξία με όλο τον κόσμο, να συναντήσει κυρίως το μη ορθόδοξο κοινό, στο πρώτο μέρος του βιβλίου και να μιλήσει για τα επίκαιρα θέματα και τα μεγάλα ερωτήματα του σήμερα στη συνέχεια.

 

Έτσι λοιπόν το βιβλίο ξεκινάει με ένα σύντομο περίγραμμα της Ορθοδοξίας, της βαθειάς ριζωμένης στο παρελθόν που ταυτοχρόνως ατενίζει προς το μέλλον, και  της ιστορίας και του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανά τους αιώνες.

 

Θα σας μεταφέρω δύο πολύ σημαντικές θέσεις του Πατριάρχη από το βιβλίο του διακεκριμένου θεολόγου Olivier Clément "La vérité vous rendra libre" Entretiens avec le Patriarche œcuménique Bartholomée Ier,  το 1996, για να τον κατανοήσουμε καλλίτερα στη Συνάντηση με το Μυστήριο :  Η πρώτη είναι: " Partir d'ici? C'est exclu, dit -il. Le patriarcat n'a jamais quitté cette ville, sauf pendant cinquante-sept ans au XIIIème siècle, quand elle fut occupée par les Latins et qu'il s'est réfugié à Nicée. De ce point de vue Bartholomée Ier considère comme une bénédiction de siéger dans un pays de constitution laïque et à majorité musulmane". Και η δεύτερη: "Pour être moi -même j'ai besoin de toi. Si nous ne voyons pas dans les yeux l'un de l'autre, nous ne sommes pas vraiment humains".

 

Ο Πατριάρχης λοιπόν στο πρώτο αυτό εισαγωγικό κομμάτι μάς μιλάει γιά την ζώσα παράδοση της Ορθοδοξίας, η οποία εδραιώθηκε στο Βυζάντιο από τον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο των Αποστόλων, και τον πρώτο επίσκοπο του τον Στάχυ (38-54) και συνέχισε με την ανακήρυξη της Κωνσταντινουπόλεως ως πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 4ου αιώνα και επικυρώθηκε με τις επτά Οικουμενικές Συνόδους. Οι τίτλοι 'Οικουμενικός Πατριάρχης και Οικουμενικό Πατριαρχείο' μάς λέει χρονολογούνται από τον 6ο αιώνα και ανήκουν αποκλειστικά στον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Υιοθετήθηκαν δε γιά πρώτη φορά από τον Πατριάρχη Ιωάννη Δ'(582-595), τον γνωστό ως  Νηστευτή, ο οποίος αναγνώρησε την ευρύτερη ποιμαντική ευθύνη της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και τον υπερεθνικό χαρακτήρα της εντός της βυζαντινής κοινοπολιτείας Ορθοδόξων εκκλησιών. Mε το Μεγάλο Σχίσμα του 1054 αναδεικνύεται η Κωνσταντινούπολη μόνη αυθεντία να διακονεί αυτές τις εκκλησίες ως  «πρώτη μεταξύ ίσων». Όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 1453, ο τότε Οικ. Πατριάρχης Γεννάδιος Β' αναγνωρίσθηκε ως εθνάρχης όλων των Ορθοδόξων λαών. Έκτοτε το Πατριαρχείο, ο χρυσός φάρος της Ορθοδοξίας, έγινε σύμβολο ενότητας διακονώντας τις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ανατολής, διατηρώντας τα πρωτεία που του απονεμήθηκαν επί Βυζαντίου και διαφυλάσσοντας μέχρι τις μέρες μας τον θεολογικό και μυστικό θησαυρό εκείνου του πολιτισμού. Η περίοδος της εν αιχμαλωσία Εκκλησίας , από τον 15ο μέχρι τον 19ο αιώνα χαρακτηρίζεται από την σταδιακή επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών Εκκλησιών, την γοργή εξάπλωση του ιεραποστολικού έργου και από μία αξιοσημείωτη αναβίωση της θεολογικής γραμματείας. Τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη ανθίζουν νέες εθνικές Εκκλησίες, παρ'όλο που η Ορθόδοξη Εκκλησία απωθούσε τον θρησκευτικό εθνικισμό. Τον 20 ο αιώνα το Οικ. Πατριαρχείο επιμένει στην αδελφική συνεργασία των διαφόρων Ορδοδόξων Εκκλησιών μεταξύ τους και με τις άλλες Ομολογίες αλλά και θρησκείες. Στις μέρες μας  στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανήκουν:

 

  •  Η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως και οι  τέσσερις μητροπόλεις του Πατριαρχείου στην Τουρκία : Χαλκηδόνος, Δέρκων, Ιμβρου και Τενέδου και Πριγκηποννήσων
  • Οι τριάντα έξι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών στη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίες παραχωρήθηκαν προσωρινά γιά ποιμαντικούς λόγους στην Εκκλησία της Ελλάδος
  • Η ημιαυτόνομη Αρχιεπισκοπή Κρήτης
  • Οι πέντε Μητροπόλεις της Δωδεκαννήσου
  • Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής, η Αλβανική και Καρπαθο-ρωσική Αρχιεπισκοπή στις ΗΠΑ
  • Η Αρχιεπισκοπή Αυστραλίας, η Αρχιεπισκοπή Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας
  • Οι οκτώ Μητροπόλεις στην Ευρώπη (Γαλλίας, Γερμανίας, Αυστρίας, Σουηδίας και Σκανδιναβίας, Βελγίου, Ελβετίας, Ιταλίας και Μάλτας, Ισπανίας και Πορτογαλίας)
  • Οι τέσσερις Μητροπόλεις στην Ασία (Νέας Ζηλανδίας και Ιαπωνίας, Χονγκ Κονγκ, Κορέας, Σιγκαπούρης)
  • Η Μητρόπολη Τορόντο
  • Η Ουκρανική Μητρόπολη Καναδά
  • Η Μητρόπολη Μπουένος Άιρες
  • Η Μητρόπολη Μεξικού
  • Οι Μητροπόλεις των Ουκρανών της Διασποράς
  • Η Πατριαρχική Εξαρχία των Ρωσικών Ορθοδόξων Ενοριών στη Δυτική Ευρώπη
  • Ένας αριθμός πατριαρχικών και σταυροπηγιακών μονών και ιδρυμάτων, όπως η μονή της Πάτμου, η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους, τα ιστορικά μοναστήρια Βλατάδων και Αγίας Αναστασίας, και το Ίδρυμα Πατερικών Μελετών στη Θεσσαλονίκη, η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης, το Ορθόδοξο Κέντρο στο Σαμπεζύ

 

'Για μας το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι κοσμοθεωρία και τρόπος ζωής', λέει ο Πατριάρχης. "Έμαθα από τρυφερή ηλικία να αναπνέω τον αέρα της οικουμένης, να αναγνωρίζω την ανάσα του θεολογικώς διαλέγεσθαι και να αγκαλιάζω τον κόσμο της εκκλησιαστικής συμφιλίωσης. Στα κατοπινά χρόνια, έμαθα ακόμη να εκτιμώ τον ανάλογο δεσμό που υφίσταται μεταξύ Εκκλησίας και Περιβάλλοντος. Ας αγαπούμε ο ένας τον άλλον. Ας μοιραζόμαστε ό,τι είναι χρήσιμο γιά να διαπαιδαγωγούνται οι άνθρωποι κατά Θεόν και να αγιάζεται η θεία δημιουργία προς δόξαν Θεού'.

 

Η δεύτερη θέση του Πατριάρχη, η οποία αναγράφεται και στο θεολογικό επίμετρο του μητροπολίτου Διοκλείας Καλλίστου Ware, στον επίλογο του βιβλίου, συνοψίζει την θεολογική βάση της Ορθόδοξης πίστης. Την ημέρα της εις διάκονον χειροτονίας του ο Πατριάρχης είπε μέσα του: 'Θα κοιτάζω γύρω μου και θα βλέπω τον Ιησού'. Η δυνατότητα να βλέπουμε τον Θεό στο πρόσωπο του αδελφού μας, η επίγνωση μας ότι είμαστε πλασμένοι κατ'εικόνα Θεού είναι το ουσιαστικότερο θεολογικό δίδαγμα της Ορθοδοξίας. Είναι η Συνάντηση με το Μυστήριο. Το Μυστήριο που συνέχει τα πάντα είναι η ιερή σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αυτή η μυστηριακή συνάντηση στην οποία είμαστε όλοι κεκλημένοι διά της προσευχής και της λατρείας.

 

Η προσευχή, που δηλώνει σχέση και δεν νοείται αν αφαιρεθούν από αυτήν οι άλλοι και ο Θεός, πρέπει να βιώνεται προσωπικά, να μάς αγγίζει. Η λατρεία, που εκφράζεται μέσω των εικόνων που δηλώνουν την ψυχή μας,  είναι ό,τι έχουμε κληρονομήσει από τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, η  παρακαταθήκη των αγίων Πατέρων και δασκάλων της Πίστεως. Η ίδια αίσθηση που ανακαλείται μέσα στο σπίτι όταν ο Ορθόδοξος Χριστιανός θυμιάζει τα εικονίσματα του- έχει ο Πατριάρχης ατελείωτες αναμνήσεις από την μητέρα του να θυμιάζει το εικονοστάσιο του σπιτιού τους στην Ίμβρο κάθε Σαββατόβραδο και κάθε παραμονή μεγάλης εορτής- αυτή και πάλι επανέρχεται όταν μπαίνοντας στην  εκκλησία, ανάβει το κερί του μπροστά στις εικόνες και το βάζει δίπλα στα άλλα αναμμένα κεριά. Έτσι συνιστούμε την κοινότητα των πιστών, το ζωντανό σώμα του Χριστού. 'Μόνον', εξηγεί στη συνέχεια ο Πατριάρχης, 'αφού ανάψουμε το κερί μας και προσκυνήσουμε τις εικόνες μπορούμε να προχωρήσουμε και να μπούμε στο σώμα της εκκλησίας, εκεί όπου τα Χερουβείμ μυστικώς εικονίζοντες θα ψάλλουμε τον τρισάγιο ύμνο τη ζωοποιώ Τριάδι. Αυτό είναι το υπέρτατο μυστήριο που μας παραπέμπει στο < εν τω ναω εστώτες της δόξης Σου, εν ουρανώ εστάναι νομίζομεν >'.

 

Δεμένη στενά με την προσευχή και την λατρεία είναι η νηστεία στην Ορθόδοξη πνευματική ζωή. ' Όταν νηστεύω', λέει ο Πατριάρχης, 'το κάνω μαζί με τους άλλους και γιά τους άλλους, έχοντας ως στόχο να τιμήσω το αίσθημα δικαιοσύνης για ό,τι έχουμε λάβει. Νηστεία είναι η οδός των ταπεινών εκείνων που αντλούν δύναμη από την προσευχή και ανακτούν την αίσθηση του θαύματος. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τον Θεό στο πρόσωπο όλων των ανθρώπων και σε όλα τα πράγματα και αποτιμούμε όλους και όλα υπό το φώς του Θεού'. Η νηστεία μάς θυμίζει ότι άλλοι πεινούν, μας θυμίζει τη δυστυχία που υπάρχει στον κόσμο και είναι εναλλακτική λύση του καταναλωτικού τρόπου ζωής των Δυτικών κοινωνιών.  'Νηστεύω σημαίνει μαθαίνω να δίνω, μαθαίνω να συνδέομαι κι όχι να διαχωρίζω την θέση μου' σημειώνει ο Πατριάρχης.

 

Μαζί με την προσευχή και την νηστεία χτίζουμε την σχέση μας με τον Θεό και διά μέσου των Μυστηρίων. Θα πρέπει να τα αντιλαμβανόμαστε σαν τον θείο σπόρο, σαν την εναγγάλιση του Θεού με τον άνθρωπο. Και στο Βάπτισμα και στο Χρίσμα, και στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και στο Μυστήριο της Εξομολογήσεως και του Αγίου Ευχελαίου, αλλά και του Γάμου και της Χειροτονίας, ζούμε ιερές στιγμές όπου η ανθρωπότητα και η κτίση συναντούν τον υπερβατικό Θεό. 'Είναι τραγικό', τονίζει ο Πατριάρχης,' ότι οι Χριστιανοί έχουν τόσο πολύ αποξενωθεί από την οδό των Μυστηρίων. Κάθε αναφορά μας στο Μυστήριο δεν συνδέεται πλέον με το νόημα της ζωής, ωστόσο όλα τα Μυστήρια αποτελούν ζωτικό μέρος της'. Οι μυστικοί θεολόγοι ήσαν πεπεισμένοι ότι και η δική μας σάρκα αποτελεί μυστήριο και ακόμη ότι ο κόσμος ολόκληρος αποτελεί μυστήριο.

 

Με την θεολογική αυτή προσέγγιση και την ευρεία αναφορά στη πνευματική ζωή που καλείται ο άνθρωπος μέσα στην Ορθόδοξη πίστη, φθάνουμε στην αγάπη του Πατριάρχη για το φυσικό περιβάλλον που την  συνδέει άμεσα με την μυστηριακή διάσταση του κόσμου και της ζωής. Θυμάται στα παιδικά του χρόνια να συνοδεύει τον παπά του χωριού του σε μακρινά εξωκκλήσια, και να συνδέει την ομορφιά του ορεινού τοπίου με την λαμπρότητα της θείας Λειτουργίας. 'Διατηρώντας', λέει, 'άθικτο το φυσικό περιβάλλον, η ανθρωπότητα βρίσκει βαθειά πνευματική ειρήνη και ανάπαυση. Και σε μια ανθρωπότητα που καλλιεργείται πνευματικά από την ειρηνοποιό χάρη του Θεού, η φύση βρίσκει την αρμονική και σωστή θέση της'. 'Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσουμε την δική μας ευθύνη', τονίζει, 'μέσα στη Δυτική κοινωνία γιά τον κατακερματισμένο κόσμο μας, γιά την εκμετάλλευση και κατάχρηση της φύσης,  για την αλλαζονική στάση μας έναντι όλων των ζωντανών πλασμάτων θεωρώντας ότι μόνο ο άνθρωπος κατοικεί σε αυτό τον κόσμο, γιά τον ασυγκράτητο ατομικισμό μας, για την φτώχεια που επικρατεί στην Αφρική και την Ασία, γιά την αδυναμία μας να μάθουμε να λέμε: Αρκετά!!'.

 

Χωρίς να παραθεωρούν οι πολιτικοί τα προβλήματα της περιβαλλοντικής κρίσης και χωρίς οι επιστήμονες να τα μεγεθύνουν, ο  Πατριάρχης πιστεύει και διακηρύττει μαζί με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄αλλά στη συνέχεια και με τον Πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ ότι 'δεν είναι πολύ αργά.'Οτι είμαστε σε θέση να ξυπνήσουμε τον κόσμο από τον ύπνο της αδιαφορίας. 'Οτι έχουμε απίστευτες ιαματικές δυνάμεις και μέσα σε μια γενιά θα μπορούσαμε να πηδαλιουχήσουμε την γη προς το μέλλον των παιδιών μας'.  Αυτή την έννοια έχουν ακριβώς τα διετή διεθνή, διαθρησκευτικά και διομολογιακά συμπόσια, από το 1995 μέχρι σήμερα, στο Αιγαίο, στη Μεσόγιο, στη Μαύρη Θάλασσα, στον ποταμό Δούναβη, στην Αδριατική, στη Βαλτική Θάλασσα, στον Αμαζόνιο, στον Αρκτικό Ωκεανό, και ακόμη πριν λίγα χρόνια στον ποταμό Μισσισιπί (που δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο γιατί πραγματοποιήθηκε το 2010), τα οποία οργανώνει ο Πατριάρχης, με συν-ανάδοχο σε κάποια από αυτά τον πρίγκηπα Φίλιππο του Εδιμβούργου, στις συμφιλιωτικές προσπάθειες του να προαγάγει την περιβαλλοντική συνείδηση παγκοσμίως. 'Το έργο των ειρηνοποιών', λέει, 'είναι κοπιώδες και αργεί να αποδώσει. Είναι όμως η μόνη ελπίδα για την αποκατάσταση του ανθρωπίνου πόνου και για την προστασία του περιβάλλοντος.  Εργαζόμενοι για αυτά τα θέματα και υπερβαίνοντας τις πολιτικές και θρησκευτικές διαφορές, μπορούμε να μεταμορφώσουμε τον συμπαντα κόσμο προς δόξαν Θεού και να αισθανόμαστε συνάμα ότι <μεθ'ημών ο Θεός>'.

 

Η στάσις αυτή όμως για την πίστη στο Θεό, που είναι δυνατόν να μεταμορφώσει την ζωή ενός ατόμου και να κατευθύνει μία ολόκληρη κοινωνία, δεν μπορεί να επιβληθεί δια της βίας σε κανέναν. Διαφορετικά θα χάναμε την ελευθερία μας, θα χάναμε την κατ'εικόνα Θεού δημιουργία μας. Η αληθινή ελευθερία από θεολογική άποψη είναι η θεία χάρις. Είναι αυτό που παίρνουμε ως Ορθόδοξοι όταν βγαίνουμε από την εκκλησία και μάς κάνει να βλέπουμε τον κόσμο διαφορετικά. Η μεταμόρφωση αυτή είναι η ελπίδα να σπάσει ο φαύλος κύκλος της φτώχειας και της αδικίας, να ανοίξει ο δρόμος της θυσίας και της γενναοδωρίας, να υπάρξει αληθινή μεταστροφή και μετάνοια.

 

Ο Πατριάρχης παρά ταύτα δεν διακατέχεται από την αφελή άγνοια της περιορισμένης επιρροής που μπορούν να ασκήσουν οι θρησκευτικοί ηγέτες για να φέρουν την ισορροπία στην παγκόσμια οικονομία. Όπως τόνισε στους συνέδρους του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ στο Νταβός τον Φεβρ. 1999, 'η οικονομία μάλλον πρέπει να τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου κι όχι να θυσιάζεται η ανθρώπινη ευημερία στον βωμό της οικονομίας'. Πιστεύει ακόμη πως η παιδεία πρέπει να ελκύσει περισσότερο την προσοχή μας, διότι κοινότητες ολόκληρες και έθνη έχουν περιθωριοποιηθεί μέσα στην παγκόσμια οικονομία, επειδή οι άνθρωποι δεν μπορούν να επωφεληθούν από το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση. Και ακόμη εξακολουθούμε να αγνούμε τα κοινωνικά και ηθικά ζητήματα, ενώ επικεντρωνόμαστε μόνο στο οικονομικό πλαίσιο. 'Δεν πρέπει να μάς διαφεύγει,'  προσθέτει, 'ότι οι κοινωνικές και ηθικές αξίες ενός κράτους προσδιορίζονται από τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται το ίδιο σε εκείνους που δεν έχουν ούτε ισχύ ούτε πλούτο. Ως εκ τούτου οι θρησκευτικοί ηγέτες', καταλήγει, 'έχουν ιδιαίτερη υποχρέωση να μιλούν ευθαρσώς κάθε φορά που η ακατάσχετη παγκοσμιοποίηση επιφέρει αρνητικές συνέπειες'.

 

Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου ο Πατριάρχης αναφέρεται στις ενέργειες του για τον διομολογιακό και διαθρησκειακό διάλογο. Το Οικ. Πατριαρχείο από τον 16ο κιόλας αιώνα είχε προχωρήσει σε διάλογο με  Λουθηρανούς θεολόγους, δεικνύοντας την γενικότερη φιλοσοφία του έναντι των άλλων εκκλησιών. Στον 20ο αιώνα οι ενέργειες αυτές επιταχύνονται ιδίως με την ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και του Συμβούλιου Ευρωπαϊκών Εκκλησιών.  Συνεχίζονται ακόμη με αρκετούς διμερείς διαλόγους με άλλες χριστιανικές ομολογίες, όπως την Ρωμαιοκαθολική και Αγγλικανική Εκκλησία. Παράλληλα όμως το Οικ. Πατριαρχείο δρα ως γέφυρα μεταξύ Χριστιανών, Εβραίων και Μουσουλμάνων. Από το 1977  δραστηριοποιείται σε ένα διμερή διάλογο με την Εβραϊκή κοινότητα και από το 1992 με την Ισλαμική Κοινότητα.

 

Οι διάφορες διασκέψεις που γίνονται εδώ και είκοσι και πλέον χρόνια, όσα και τα χρόνια  Πατριαρχείας του κ. Βαρθολομαίου, αναδεικνύουν ποικίλα θέματα πολιτικού, επιστημονικού, ακαδημαϊκού,  οικονομικού και φυσικά διαθρησκειακού ενδιαφέροντος.  Μεταξύ αυτών κατέχουν ιδιαίτερη θέση οι ιστορικής σημασίας διαθρησκειακές συνάξεις που είχε την χαρά να φιλοξενεί ή να επιχορηγεί ο ίδιος - στην Πόλη το 1994, στις Βρυξέλλες το 2001, στο Μπαχρέιν το 2002, στην Αθήνα το 2004 και πάλι στην Πόλη το 2005-.  'Αυτές οι συνάξεις άνοιξαν τα μάτια μας στην ποικιλομορφία των πολιτισμικών παραδόσεων', παραδέχεται ο Πατριάρχης, 'και διεύριναν τον τρόπο θέασης του πλουραλισμού και της εκκοσμίκευσης, του ρατσισμού και του φονταμενταλισμού'.

 

'Γιά να συνυπάρξουμε', σημειώνει, 'πρέπει να επιθυμούμε  συνάντηση διαλόγου κι όχι σύγκρουση! Βρισκόμαστε ίσως ενώπιον της μεγαλύτερης πρόκλησης της ανθρώπινης ιστορίας: να ισοπεδώσουμε τα τείχη που χωρίζουν την Ανατολή από την Δύση, τους Μουσουλμάνους από τους Χριστιανούς, όλες τις θρησκείες και όλες τις πολιτισμικές παραδόσεις του κόσμου μεταξύ τους. Ως οικονόμοι αυτής της μοναδικής και εξαιρετικής ιστορικής στιγμής πρέπει να γεφυρώσουμε το μεγάλο κενό και να αναγνωρίσουμε την κοινή ανθρώπινη ιδιότητα μας και τις κοινές αξίες μας. Αυτό ασφαλώς είναι και το πρότυπο που ο Θεός έχει κατά νουν γιά τον κόσμο'.

 

Εις πολλά  έτη Δέσποτα.

 

Σας ευχαριστώ πολύ.

                                                                                                              Ρέα Ξενιάδου Πουρνάρα

                                                                                                              Γενεύη, 4 Δεκεμβρίου 2014

 


AGCOS - Présentation du livre de Sa Sainteté Bartholomée I "A la rencontre du Mystère"
par Mme Rea Xéniadès Pournaras


 

Vos Eminences,

Votre Grâce,

Révérend Pères,

Vos Excellences représentant la République Hellénique,

Chers membres et chers amis de notre  nouvelle Association en Suisse

 

 

Le calendrier, format de poche, du Patriarcat œcuménique - une toute petite encyclopédie - publié depuis le début de ce troisième millénaire,  s’ouvre par un poème intitulé « Qu’est-ce qu’un Patriarche ». Le poème est tiré de l’«Epanagogé», l’œuvre législative de deux Empereurs byzantins du 9ème siècle, Basile Ier et son fils Léon VI le Sage, de la dynastie des Macédoniens.

 

Je le reproduis ici en traduction libre :

 

« Le Patriarche est une icône

vivante et inspirée du Christ,

par ses actes et ses paroles

il proclame la vérité.

 

C’est lui le responsable

pour le salut des âmes

aussi bien des non-croyants que des ceux dans l’erreur,

c’est à lui de parler devant l’Empereur

en faveur de la vérité

et de revendiquer les vérités dogmatiques 

sans avoir honte».

 

Un tel Patriarche est né le 29 février 1940, au petit village des Saints Théodores à l’ile de Imbros, à l’extrémité nord-est de la mer Egée. Ses parents, simples villageois, Christos Archontonis, propriétaire d’un de cinq petits cafés traditionnels du village, et Meropi,  née Skarlatos, ont offert une éducation chrétienne à Dimitrios, le troisième de leurs quatre enfants. Le jeune Dimitrios goûte aux joies de son village natal, connaît les cercles d’amis au café, aime les études.

 

Ce sont ces qualités uniques, ses études, sa capacité sans précédent de se consacrer au travail, son zèle au service de l’Eglise mère et sa persévérance depuis ses premiers pas en tant que prêtre, que l’ont permis de devenir - il y a 23 ans, le 22 octobre 1991- le 270e Archevêque de Constantinople, Nouvelle Rome et Patriarche œcuménique.

 

 

Son île natale et ses parents ont profondément marqué son âme, ses études lui ont conféré sa profondeur, et ses voyages lui ont assuré sa largesse d’esprit. Tout cela ensemble constituent sa personnalité: c’est l’homme qui vit, qui œuvre, qui respire pour l’Eglise du Christ; le visionnaire qui lutte pour la paix du monde entier; celui qui a le don de l’amitié; le bâtisseur de ponts qui sait ouvrir les portes; celui qui défend la valeur de la personne humaine et insiste sur la création de l’être humain à l’image et à la ressemblance de Dieu, cette image et ressemblance qui seront toujours considérées comme un mystère.

C’est ce Mystère de la Rencontre avec la foi orthodoxe ainsi que l’ampleur de sa mission et de sa vision que le Patriarche prend l’initiative de partager avec ses lecteurs dans le livre présenté aujourd’hui.  D’établir le dialogue entre l’Orthodoxie avec le monde entier et surtout rencontrer les lecteurs non-orthodoxes,  dans la première partie de son livre et par la suite parler des sujets d’actualité et des grandes questions de nos jours.

 

Ainsi, le livre commence par une brève description de l’Orthodoxie, profondément enracinée dans le passé et, en même temps, tournée vers l’avenir. Il parle de l’histoire et du rôle du Patriarcat œcuménique à travers les siècles.

 

Pour mieux comprendre le Patriarche dans son livre «A la Rencontre du Mystère»,  je voudrais partager avec vous deux prises de position par Sa Sainteté que je les ai empruntées du livre de l’éminent théologien orthodoxe Olivier Clément

« La vérité vous rendra libre -  Entretiens avec le Patriarche œcuménique Bartholomée Ier», publié en 1996.

La première : «Partir d'ici? C'est exclu, dit-il. Le patriarcat n'a jamais quitté cette ville, sauf pendant cinquante-sept ans au XIIIème siècle, quand elle (Constantinople) fut occupée par les Latins et qu'il s'est réfugié à Nicée. De ce point de vue Bartholomée Ier considère comme une bénédiction de siéger dans un pays de constitution laïque et à majorité musulmane».

La seconde : «Pour être moi-même, j'ai besoin de toi. Si nous ne voyons pas dans les yeux l'un de l'autre, nous ne sommes pas vraiment humains».

 

Dans la partie introductive de son livre, le Patriarche nous parle donc de la tradition vivante de l’Orthodoxie, une tradition qui a ses origines à l’Apôtre André le premier appelé et son successeur Stachys, le premier évêque de la ville de Byzance (38-54). Cette tradition qui a continué avec la déclaration de Constantinople en tant que capital de l’Empire romain au début du IVème siècle et a été confirmée par les sept conciles œcuméniques. Le Patriarche nous informe que les titres «Patriarche œcuménique» et «Patriarcat œcuménique» datent du VIème siècle et sont strictement réservés à l’Archevêque de Constantinople. Ils ont été adoptés pour la première fois par le Patriarche Jean IV (582-595), surnommé le Jeûneur, qui a reconnu la responsabilité pastorale et le caractère supranational de l’Eglise de Constantinople au sein de la communauté byzantine des églises orthodoxes. Avec le Grand Chisme du 1054, Constantinople devient le seul magistère au service de ces églises sœurs, comme «primus inter pares».

 

Lorsque Constantinople est devenue la capitale de l’Empire Ottoman, en 1453, le Patriarche Gennadios II a été reconnu comme «ethnarque», chef des toutes les nations Orthodoxes. Depuis lors, le Patriarcat œcuménique, en tant que phare éclatant de l’Orthodoxie, est devenu symbole d’unité, resté au service des églises orthodoxes locales, a conservé les privilèges qui lui ont été conférés lors de l’Empire byzantin et a préservé le trésor théologique et mystique de la civilisation byzantine. La période de captivité de l’Eglise, du XVème au XIXème siècle, est marquée par la détérioration des relations entre les Eglises d’Orient et de l’Occident, la propagation rapide de la mission et une renaissance remarquable de la pensée théologique. Au XIXème siècle, malgré le fait que l’Orthodoxie répudiera le nationalisme religieux, des nouvelles églises nationales fleurissent en Europe. Au XXème siècle, le Patriarcat œcuménique insiste sur la collaboration fraternelle des Eglises orthodoxes entre elles et avec d’autres églises et confessions, voir aussi avec d’autres religions.

 

Aujourd’hui, la juridiction du Patriarcat œcuménique inclut :

 

  • L’Archevêché de Constantinople et les quatre diocèses du Patriarcat en Turquie : Chalcédoine, Derkon, Imbros et Tenedos et les îles des Princes 
  • Trente-six diocèses en Grèce du Nord (connues comme «Nouveaux Territoires») qui ont été temporairement confiés à l’Eglise de Grèce pour des raisons pastorales 
  • L’Archevêché semi-autonome de Crète 
  • Cinq diocèses aux îles du Dodécanèse 
  • L’Archevêché d’Amérique, ainsi que l’Archevêché Albanaise et l’Archevêché Carpato-russe aux Etats Unis 
  • L’Archevêché d’Australie
  • L’Archevêché de Thyateira et Grande Bretagne
  • Huit diocèses en Europe (France ; Allemagne ; Autriche ; Suède et Scandinavie ; Belgique ; Suisse ; Italie et Malte ; Espagne et Portugal)
  • Quatre diocèses en Asie (Nouvelle Zélande et Japon; Hong Kong ; Corée du Sud ; Singapore)
  • Le diocèse de Toronto
  • Le diocèse ukrainien au Canada 
  • Le diocèse de Buenos Aires 
  • Le diocèse du Mexique
  •  Les diocèses ukrainiens de diaspora 
  • L’Exarchat des Paroisses russes en Europe occidentale 
  • Plusieurs monastères patriarcaux et stavropégiaques et autres institutions, comme par exemple les Monastères de Patmos et du  Mont Athos, le Monastère Vlatadon et le Monastère de sainte Anastasia et l’Institut d’études patristiques à Thessaloniki, l’Académie orthodoxe en Crète, le Centre orthodoxe de Chambésy

 

 

« Pour nous, le Patriarcat œcuménique est une vision du monde et un mode de vie », dit le Patriarche. « J’ai appris depuis ma première jeunesse de respirer l’air de l’oikoumene, de reconnaître le souffle du dialogue théologique, d’embrasser le monde de la réconciliation des églises. Plus tard j’ai encore appris qu’il fallait apprécier le lien qui existe entre l’église et l’environnement. Aimons-nous les uns les autres. Partageons tout ce qui sert à une éducation selon les préceptes de Dieu pour que la création soit sanctifiée et le nom de Dieu soit glorifié ».

 

 

La deuxième position du Patriarche, incluse dans la conclusion théologique du Métropolite Kallistos (Ware) de Diocleia, dans l’épilogue du livre, résume le fondement théologique de la foi orthodoxe. Le jour de son ordination au diaconat, le Patriarche dit à lui-même : «Je regarderai autour de moi et je verrai le Christ». La possibilité de reconnaître notre Dieu dans le visage de notre frère, la conscience profonde du fait que nous sommes créés à l’image de Dieu est l’enseignement le plus essentiel de la théologie orthodoxe. C’est la Rencontre avec le Mystère. La clé de ce Mystère est la relation sacrée entre Dieu et l’être humain;  cette relation sacramentelle à laquelle nous sommes tous appelés à participer par la prière et la vénération.

 

La prière désigne une relation et ne peut pas être conçue si les autres et Dieu sont absents ; elle doit être vécue de manière personnelle et nous toucher profondément. La vénération s’exprime à travers les icônes qui imprègnent notre âme. C’est ce que nous avons hérité des premiers siècles de l’Eglise; c’est le  dépôt de foi que les Pères et les Docteurs de l’Eglise nous ont confié. Le simple fidèle orthodoxe vit ce sentiment lorsqu’il encense les icônes chez lui, à la maison (et  le Patriarche garde la grande mémoire de sa mère qui encensait la maison paternelle à Imbros tous les Samedi soirs et la veille de chaque grande fête), et c’est cette image que lui revient chaque fois qu’il entre une église et allume une bougie à côté d’autres bougies. C’est ainsi que nous constituons la communauté des fidèles, le corps vivant du Christ.  « C’est seulement après avoir allumé notre bougie et embrasser les icônes », dit le Patriarche, «que nous pouvons avancer; entrer et faire partie du corps de l’Eglise, là où, représentant dans le mystère les chérubins, nous chanteront l’hymne trois fois sainte à la vivifiante Trinité. C’est le mystère ultime, le mystère qui nous permet de chanter ‘Debout dans le temple de Ta gloire, nous croyons nous tenir au ciel’ ». 

 

 Etroitement lié à la prière et la vénération, nous rencontrons le jeûne dans la vie spirituelle de l’Eglise orthodoxe. «Lorsque je pratique le jeûne », dit le Patriarche, «je le fais avec les autres et pour les autres, pour que je puisse honorer le sentiment de justice pour tout ce que nous avons reçu. Le jeûne est la voie des humbles qui puisent leur force dans la prière et peux nous faire revivre à nouveau l’expérience du miracle. Cela veut dire que nous sommes capables de reconnaître Dieu dans le visage de tous les hommes; nous pouvons discerner la présence de Dieu en tout; nous apprécions tous et tout dans la perspective de la lumière de Dieu ». Le jeûne nous rappelle que des êtres humains ont faim. Il nous rappelle les malheurs de notre monde. Il constitue une alternative au consumérisme des sociétés occidentales. « Jeûner c’est apprendre à donner, et pas seulement à renoncer. C’est apprendre à rentrer en contact et non à se séparer », dit le Patriarche.

 

A part la prière et le jeûne, nous construisons notre relation avec Dieu par les sacrements (« mystères »). Nous devons comprendre les sacrements comme la semence divine. Ils sont des actes par lesquels Dieu et l’être humain s’embrassent. Lors du baptême, de la confirmation, de l’eucharistie, de la confession, de l’onction, du mariage et de l’ordination nous vivons des moments bénis car l’être humain et la création rencontrent Dieu. «Il est tragique», souligne le Patriarche, «que les Chrétiens se sont éloignés, tellement aliénés, de la voie des sacrements. Notre référence aux sacrements n’est plus liée au sens de la vie et, pourtant, tous les sacrements constituent une partie vitale de notre vie». Les théologiens mystiques étaient convaincus que notre chair aussi constitue un  mystère,  comme tout le monde entier est un mystère.   

 

Cette  vision théologique ancrée selon le Patriarche dans la foi et la spiritualité orthodoxes, nous conduit vers l’amour du Patriarche pour l’environnement que Sa Sainteté considère comme intimement lié au caractère sacramentel du monde et de la vie. Il se rappelle que, comme enfant, il accompagnait le prêtre de son village lors de ses visites aux petites chapelles éloignées et qu’il associait la beauté du paysage montagnard avec la divine liturgie. «En préservant l’environnement naturel   intact», nous dit le Patriarche, «l’humanité trouve une paix spirituelle profonde et trouve aussi le repos. De même, la nature aussi trouve sa propre place et son harmonie lorsque l’humanité est imprégnée par la spiritualité et fait l’expérience de la grâce de Dieu qui donne la paix ».

 

«Nous devons, quand même, reconnaître notre propre responsabilité », fait remarquer le Patriarche, « surtout dans la société occidentale, pour la fragmentation de notre monde, pour l’exploitation et l’abus de la création, pour notre arrogance envers toutes les autres créatures, pour notre illusion que seul l’être humain habite ce monde, pour notre individualisme démesuré, pour la pauvreté qui règne en Afrique et en Asie, pour notre incapacité de dire : Assez ! »  

 

Même si les politiciens négligent les problèmes de la crise environnementale et les scientifiques les amplifient, le Patriarche est convaincu et proclame avec le Pape Jean Paul II et ensuite avec le Pape Benedict XVI « qu’il n’est pas tard ! » « Nous sommes capables de réveiller le monde du sommeil de l’indifférence. Nous avons des forces prodigieuses qui peuvent amener la guérison. En une seule génération nous pouvons conduire le bateau qu’est notre planète vers l’avenir de nos enfants ».

Tel était précisément le but des séminaires internationaux, interconfessionnels et interreligieux, organisés tous les deux ans depuis 1995 jusqu’à nos jours, à la Mer Egée, en Méditerrané, à la Mer Noire, au Danube, en Adriatique, à la Mer Baltique, à l’Océan Arctique et au Mississipi (qui n’est pas inclut au livre car il a été organisé en 2010). Ces séminaires organisés par le Patriarche – le Prince Philippe partageant avec le Patriarche la responsabilité de l’organisation pour certains d’entre eux – s’inscrivent parmi les efforts réconciliateurs de Sa Sainteté, sa détermination de promouvoir la conscience environnementale à l’échelle mondiale.

«L’œuvre des pacificateurs est laborieux», dit le Patriarche, «et il en faut du temps jusqu’à ce qu’il donne des fruits. Toutefois, il est le seul espoir pour guérir la souffrance humaine et protéger l’environnement. En travaillant ensemble, allant au-delà de nos différences politiques et religieuses, nous pouvons transfigurer le monde tout entier pour la gloire de Dieu et pour que, en même temps, nous puissions sentir que ‘Dieu est avec nous’ ».

 

La foi en Dieu quand même qui est capable de transfigurer la vie de l’être humain et guider la société toute entière, ne peut être imposer de force à personne. Autrement, nous aurions perdu notre liberté, nous aurions perdu notre création à l’image de Dieu. Du point de vue théologique, la vraie liberté n’est autre que la grâce divine. C’est ce que nous, Chrétiens orthodoxes, prenons avec nous lorsque nous partons de l’église et ce qui nous fait percevoir le monde d’une manière différente. C’est une transfiguration qui donne l’espoir que le cercle de pauvreté et d’injustice sera brisé, que la voie vers le sacrifice et la générosité sera ouverte, qu’il y aura une vraie conversion et une sincère metanoia.

 

Evidemment, le Patriarche n’est pas sous l’emprise d’une ignorance naïve du fait que l’influence des chefs religieux pour changer l’économie mondiale est limitée. Comme le Patriarche avait dit aux participants au Forum économique mondial de Davos en février 1999  «la prospérité humaine ne devrait pas être sacrifiée sur l’autel de l’économie; c’est l’économie qui devrait être mise au service de l’homme». De plus, le Patriarche nous rappelle que l’éducation devrait attirer notre attention car des communautés entières et des nations sont aujourd’hui marginalisées au sein de l’économie globale étant donné que l’homme ne peut pas profiter du droit fondamental à l’éducation.

Il nous rappelle encore que nous sommes exclusivement concentrés sur l’économie, alors nous négligeons continuellement les défis sociaux et moraux. «Les valeurs sociales et morales d’un état sont déterminées par la manière dont l’état traite sur un pied d’égalité tous les démunis, ceux qui n’ont ni pouvoir, ni richesse. C’est pour cela », conclut le Patriarche, « que les chefs religieux ont l’obligation toute particulière de lever avec courage leur voix chaque fois que la globalisation incontrôlée apporte des conséquences négatives ».

 

Le dernier chapitre du livre est consacré aux initiatives du Patriarche pour le dialogue interconfessionnel et interreligieux. Déjà au XVIème siècle, le Patriarcat œcuménique avait essayé d’initier un dialogue avec les théologiens luthériens, démontrant ainsi son attitude envers les autres églises. Au XXème siècle, le Patriarcat œcuménique a intensifié ses efforts, surtout pour la création du Conseil œcuménique des Eglises et de la Conférence des Eglises européennes. Les mêmes efforts continuent à travers plusieurs dialogues théologiques bilatéraux, comme par exemple avec l’Eglise catholique romaine et l’Eglise anglicane. Il est à noter toutefois que le Patriarcat sert également de pont entre les Chrétiens, les Juifs et les Musulmans: depuis 1977 le Patriarcat œcuménique est engagé dans un dialogue bilatéral avec la Communauté juive et depuis 1992 avec la Communauté islamique.

 

Les rencontres organisées depuis une vingtaine d’années - une période inaugurée par l’élection et l’intronisation du Patriarche Bartholomée - ont permis le dialogue sur plusieurs sujets d’intérêt politique, scientifique, économique et inter-religieux. Parmi toutes ces rencontres, il y a eu des sommets interreligieux d’une importance historique, organisés et financés par le Patriarche lui-même. Les rencontres à Constantinople en 1994, à Bruxelles en 2001, au Bahreïn en 2002, à Athènes en 2004 et, de nouveau à Constantinople en 2005 « ont ouvert nos yeux pour que nous puissions voir la pluralité des traditions culturelles ; elles ont élargi nos horizons lorsque nous portons nos regards sur le pluralisme et la sécularisation, le racisme et le fondamentalisme ».

 

« Pour que nous puissions coexister », note le Patriarche, « nous devrions aspirer au dialogue et non pas à la confrontation. Nous nous trouvons peut-être devant le plus grand défi de l’histoire de l’humanité : de raser les murailles qui séparent l’Orient de l’Occident, les Musulmans des Chrétiens, toutes les religions et toutes les traditions culturelles du monde les uns des autres.  En tant que serviteurs de ce moment historique extraordinaire («oikonomoi») nous devons bâtir des ponts pour combler le grand vide, reconnaître notre humanité commune ainsi que nos  valeurs humaines communes. C’est certainement ce que Dieu voudrait de nous ».

 

Eis polla eti despota.

 

Je vous remercie de votre attention.

                                                                                                  Rea   Xéniadès  Pournaras

                                                                                                 Genève, le 4 décembre 2014